ανακατώνω


ανακατώνω
ανακατώνω, ανακάτωσα βλ. πίν. 3
——————
Σημειώσεις:
ανακατεύω, ανακατεύομαιανακατώνω, ανακατώνομαι : έχουν σχεδόν την ίδια σημασία, αλλά το ανακατώνω, -ομαι απαντάται κυρίως στον απλό προφορικό λόγο.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακατώνω — Ι. ενεργ. 1. αναδεύω, ανακινώ, αναταράζω 2. αναμιγνύω δύο ή περισσότερα πράγματα μεταξύ τους 3. μεταβάλλω τη φυσική και κανονική θέση τών πραγμάτων, επιφέρω αταξία, σύγχυση, ακαταστασία 4. προκαλώ τάση για εμετό 5. συγχέω, μπερδεύω 6. συγχύζω,… …   Dictionary of Greek

  • ανακατώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, βλ. ανακατεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακατεύω — ανακατώνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανάκατος. ΠΑΡ. ανακάτεμα, ανακατεμός, ανακάτευτος, ανακατευτός, ανακάτεψη] …   Dictionary of Greek

  • εγκεράννυμι — ἐγκεράννυμι και ἐγκεραννύω (Α) 1. (για κρασί) ανακατώνω με νερό 2. ανακατώνω 3. μηχανορραφώ, δολοπλοκώ, σκαρώνω …   Dictionary of Greek

  • επεγκεράννυμαι — ἐπεγκεράννυμαι (Α) αναμιγνύω επί πλέον, ανακατώνω κάτι με κάτι άλλο («πολλὴν δὲ τὴν τῶν ἐναντίων κρᾱσιν ἐπεγκεραννύμενος», Πλάτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εγκεράνυμι «ανακατώνω»] …   Dictionary of Greek

  • συμπαρακαταμίγνυμι — και συμπαρακαταμείγνυμι Α αναμιγνύω, ανακατώνω κάτι με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + παρα * + καταμίγνυμι «αναμιγνύω, ανακατώνω»] …   Dictionary of Greek

  • υποφυρώ — άω, Α συγχέω, ανακατώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + φυρῶ, επιτ. τ. του φύρω «αναμιγνύω, συγχέω, ανακατώνω»] …   Dictionary of Greek

  • ανακατεύομαι — ανακατεύομαι, ανακατεύτηκα, ανακατεμένος βλ. πίν. 18 Σημειώσεις: ανακατεύω, ανακατεύομαι – ανακατώνω, ανακατώνομαι : έχουν σχεδόν την ίδια σημασία, αλλά το ανακατώνω, ομαι απαντάται κυρίως στον απλό προφορικό λόγο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανακατεύω — ανακατεύω, ανακάτεψα βλ. πίν. 17 Σημειώσεις: ανακατεύω, ανακατεύομαι – ανακατώνω, ανακατώνομαι : έχουν σχεδόν την ίδια σημασία, αλλά το ανακατώνω, ομαι απαντάται κυρίως στον απλό προφορικό λόγο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανακατώνομαι — ανακατώνομαι, ανακατώθηκα, ανακατωμένος βλ. πίν. 4 Σημειώσεις: ανακατεύω, ανακατεύομαι – ανακατώνω, ανακατώνομαι : έχουν σχεδόν την ίδια σημασία, αλλά το ανακατώνω, ομαι απαντάται κυρίως στον απλό προφορικό λόγο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής